Η πρόσφατη μεγάλη έρευνα της
Book press, σε
συνεργασία με το βιβλιοπωλείο Πολιτεία, αποτελεί αναμφίβολα ένα φιλόδοξο εγχείρημα
χαρτογράφησης της σύγχρονης εγχώριας γραμματείας. Η Book press, ως ένας από τους ελάχιστους
εναπομείναντες πυλώνες σοβαρού διαλόγου για το βιβλίο, προσφέρει με αυτή την
πρωτοβουλία μια πολύτιμη βάση δεδομένων και, κυρίως, την αφορμή για μια
αναγκαία συζήτηση. Ωστόσο, με δεδομένο ότι το περιοδικό αποτελεί έναν χώρο
ζωντανού κριτικού αναστοχασμού, έχει κανείς χρέος να δει το ίδιο το εργαλείο
της «λίστας» πέρα από την επιφάνεια ενός τελικού συμπεράσματος. Οφείλει να το
προσεγγίσει περισσότερο ως το σύμπτωμα μιας ευρύτερης πνευματικής μετατόπισης.
Η αξία ως διαδικασία, όχι ως
προϊόν
Υπάρχει κάτι βαθύτατα παράδοξο
στην πρακτική των λογοτεχνικών λιστών. Η ίδια η φιλοδοξία τους να ορίσουν το
«καλύτερο» προδίδει την αδυναμία τους να το συλλάβουν. Αυτή η επιδίωξη
φανερώνει ένα δομικό και οντολογικό σφάλμα, καθώς η λογοτεχνία αντιμετωπίζεται
πλέον ως ένας στίβος αγωνισμάτων όπου το πνεύμα οφείλει να επιδείξει ανταγωνιστική
ισχύ για να διεκδικήσει το βάθρο του πρώτου. Ωστόσο, η λογοτεχνική πράξη
αρνείται εκ φύσεως τη λογική των επιδόσεων και της αγοράς.
Η λογοτεχνική αξία δεν είναι
ιδιότητα που κατέχει ένα κείμενο από τη στιγμή της έκδοσής του. Είναι μια σχέση
διαρκώς διαπραγματευόμενη ανάμεσα στο κείμενο, τον αναγνώστη και την ιστορική
στιγμή. Ο Παπαδιαμάντης διαβάζεται διαφορετικά το 1950 και το 2025, ενώ η
ποίηση του Καβάφη χρειάστηκε δεκαετίες για να μετατοπιστεί από το περιθώριο στο
κέντρο της ελληνικής γραμματείας, αποδεικνύοντας ότι το νόημα αναδιαμορφώνεται
εντός της ιστορίας. Αυτό που αποκαλούμε «αξία» συνιστά μια ζωντανή συνομιλία
μεταξύ κειμένου και χρόνου. Εδώ ο χρόνος παύει να είναι μια απλή παράμετρος και
αναλαμβάνει ρόλο κριτή. Η πρακτική της λίστας εγκλωβίζει αυτή τη ρευστή,
αναντικατάστατη σχέση σε μια στατική εικόνα, υποκαθιστώντας τη δυναμική της
κριτικής με τη στασιμότητα της ταρίχευσης.
Η κεντρική ιδέα του θεμελιώδους
δοκιμίου του T.S. Eliot «Tradition and the Individual Talent» (που έχει
καθιερωθεί στα ελληνικά ως «Η παράδοση και το ατομικό ταλέντο»), ότι κάθε νέο
έργο αναδιατάσσει αναδρομικά την ιεραρχία του παρελθόντος, παραμένει εδώ
απολύτως καίρια. Μια λίστα που περιλαμβάνει βιβλία του 2025 δίπλα σε έργα με
πενήντα χρόνια κριτικής ζύμωσης είναι εκ προοιμίου ανολοκλήρωτη. Ένα βιβλίο του
1975 έχει διέλθει από το φίλτρο της λήθης, από τη δοκιμασία των γενεών, από την
αντοχή της γλώσσας του απέναντι στη φθορά. Το βιβλίο του 2025 βρίσκεται ακόμα
στο στάδιο της φασαρίας, της πρώτης, εκκωφαντικής αντήχησης που δεν διαφέρει σε
τίποτα από τον θόρυβο. Η εξίσωσή τους, πέρα από τη μεθοδολογική της ακυρότητα,
ισοδυναμεί με μια θεσμική νομιμοποίηση του εφήμερου.
Η κοινωνιολογία του λογοτεχνικού
πεδίου
Για να κατανοήσει κανείς γιατί
αυτές οι λίστες παράγονται και γιατί γίνονται αποδεκτές, χρειάζεται να κοιτάξει
πέρα από την αισθητική και μέσα στην κοινωνική δομή που τις γεννά. Ο Pierre
Bourdieu, στο κλασικό έργο του «Οι κανόνες της τέχνης: Γένεση και δομή του
λογοτεχνικού πεδίου» (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδ. Πατάκη, 2006), ανέδειξε ότι
η λογοτεχνία δεν λειτουργεί σε κάποιο αιθέριο χώρο αισθητικής καθαρότητας, αλλά
μέσα σε ένα «πεδίο», ένα σύστημα σχέσεων εξουσίας, ανταγωνισμού και συμβολικού
κεφαλαίου. Σε αυτό το πεδίο, η λογοτεχνική «αξία» δεν ανακαλύπτεται, απλά
κατασκευάζεται. Κατασκευάζεται από εκδότες, κριτικούς, βραβεία, πανεπιστήμια
και λογοτεχνικά περιοδικά, βρίσκοντας στην πρακτική των λιστών την πιο
απλουστευτική της επικύρωση.
Οι λίστες αυτές στερούνται
ουδετερότητας, καθώς τείνουν να επικυρώνουν και να αναπαράγουν την υπάρχουσα
ιεραρχία του λογοτεχνικού πεδίου. Ευνοούν τους συγγραφείς με πρόσβαση σε
ισχυρούς εκδοτικούς μηχανισμούς, τα βιβλία που έτυχαν εκτενούς προβολής στα
κυρίαρχα μέσα και τα ονόματα που ήδη διαθέτουν μια φήμη η οποία συχνά
προηγείται του ίδιου του κειμένου. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η αφάνεια
αποτελεί από μόνη της τεκμήριο λογοτεχνικής αξίας, ούτε ότι κάθε παραγνωρισμένο
έργο αποτελεί ένα παραβλεφθέν αριστούργημα. Ωστόσο, η πρακτική της κατάταξης
αδικεί συστηματικά τα έργα εκείνα που δεν εντάσσονται σε αναγνωρίσιμες «οικογένειες»,
τα δύσκολα έργα, τα ρηξικέλευθα, τα αταξινόμητα, παραγκωνίζοντας εκείνες τις
φωνές που παραμένουν εκτός του πλαισίου όπου διανέμεται το συμβολικό κεφάλαιο.
Πέρα από την ταξινόμηση, αυτές
οι λίστες επιτελούν μια βαθύτερη κοινωνική λειτουργία που σχετίζεται άμεσα με
την παραγωγή ταυτότητας. Καθώς η πολιτισμική κατανάλωση τείνει να
αντικαταστήσει άλλες μορφές κοινωνικής διαφοροποίησης, η δήλωση «έχω διαβάσει
τα δέκα καλύτερα βιβλία» λειτουργεί ως σήμα ανήκειν σε μια κοινότητα «σοβαρών»
αναγνωστών. Με αυτόν τον τρόπο, η λίστα παύει να υπηρετεί τη λογοτεχνία και
μετατρέπεται σε εργαλείο που εξυπηρετεί την κοινωνική ανάγκη για διάκριση
(distinction). Ο Bourdieu θα το αναγνώριζε αμέσως ως τον μηχανισμό εκείνον που,
μεταμφιεσμένος σε φιλολογική ευσυνειδησία, στοχεύει στην ωμή απόκτηση
συμβολικού γοήτρου.
Η ψευδαίσθηση του κριτηρίου
Αλλά και η ίδια η λογική της
ψηφοφορίας υπονομεύει τον σκοπό της. Τι μετράμε όταν λέμε «καλύτερο»; Αισθητική
καινοτομία; Επίδραση στους επόμενους; Ιστορική μαρτυρία; Έκταση κοινού; Κάθε
κριτήριο δίνει διαφορετική λίστα. Η σιωπηλή συνένωσή τους σε ένα μοναδικό
αποτέλεσμα διολισθαίνει από την κριτική προς την πνευματική ανεντιμότητα.
Επιπλέον, οι ψηφοφόροι, όσο εξειδικευμένοι κι αν είναι, μοιραία περιορίζονται
σε όσα έχουν διαβάσει, δηλαδή σε όσα κατάφεραν να φτάσουν ως αυτούς μέσω
ισχυρών εκδοτών, παρουσίας στα μεγάλα έντυπα και πρόσβασης στα κανάλια της
λογοτεχνικής ορατότητας. Μια τέτοια λίστα, τελικά, αντί να χαρτογραφεί την
ελληνική λογοτεχνία, περιορίζεται στην αποτύπωση του ελληνικού λογοτεχνικού
κατεστημένου.
Θα ήταν ωστόσο άδικο να αγνοηθεί
η μόνη δόκιμη λειτουργία μιας τέτοιας λίστας, η οποία δεν είναι άλλη από το να
προσφέρει έναν χάρτη στον αναγνώστη που αναζητά έναν πρώτο προσανατολισμό. Αυτή
η χρησιμότητα παραμένει υπαρκτή και διόλου ευκαταφρόνητη. Το πρόβλημα επομένως
δεν εντοπίζεται στον χάρτη αλλά στη σύγχυση ανάμεσα στον χάρτη και το έδαφος.
Ένας χάρτης που αναγνωρίζει τον βοηθητικό του ρόλο παραμένει εργαλείο, ενώ
αντίθετα εκείνος που αξιώνει το κύρος του κανόνα μετατρέπεται σε παγίδα. Σε
αυτή την περίπτωση, το τίμημα δεν το καταβάλλει ο παραγνωρισμένος συγγραφέας
αλλά ο αναγνώστης που αναζητά την έκπληξη και βρίσκει στη θέση της την
καθησυχαστική βεβαιότητα.
Η έπαρση ως σύμπτωμα
Εκεί έγκειται και η βαθύτερη
αντίφαση που παρουσιάζει η συμπεριφορά ορισμένων δημιουργών απέναντι σε αυτές
τις λίστες. Όταν ένας συγγραφέας πανηγυρίζει δημοσίως για την παρουσία ενός
έργου του σε μια κατάταξη, μετατρέπει αυτό το έργο από πνευματική κατάθεση σε
στατιστικό μέγεθος. Το βιβλίο παύει να είναι κείμενο και γίνεται πιστοποιητικό
κοινωνικής υπεροχής. Η ναρκισσιστική ικανοποίηση υπερβαίνει την καλλιτεχνική
αγωνία, και αυτό, σε τελευταία ανάλυση, είναι η ομολογία μιας ανάγκης για
εξωτερική επιβεβαίωση που το ίδιο το έργο, προφανώς, δεν κατάφερε να προσφέρει
στον δημιουργό του.
Δεν πρόκειται για ηθική κατηγορία. Πρόκειται για διάγνωση μιας εποχής. Ζούμε σε έναν πολιτισμό όπου η ορατότητα έχει αντικαταστήσει την ύπαρξη, όπου το «φαίνεσθαι σημαντικός» έχει υπερκεράσει το «είναι σημαντικός». Και η λογοτεχνία, που θα έπρεπε να αντιστέκεται σε αυτή τη λογική, υποκύπτει με ευκολία που θλίβει. Η έπαρση για μια θέση στη λίστα, αντί να επιβεβαιώνει την πίστη στη λογοτεχνική αξία του έργου, μοιάζει περισσότερο να προδίδει μια βαθιά ανασφάλεια γι’ αυτήν.
Το παράδοξο της αντίστασης
Θα μπορούσε κανείς να πει,
παραφράζοντας τον Borges, ότι οι κατάλογοι είναι η εκδίκηση της γραφειοκρατίας
επί της φαντασίας. Γιατί η αληθινή λογοτεχνία συμβαίνει ακριβώς εκεί που οι
λίστες σταματούν. Στη σιωπή του αναγνώστη, στην αντοχή του κειμένου να συγκινεί
όταν τα likes και οι επευφημίες της ημέρας θα έχουν σβήσει οριστικά. Ο Καβάφης
δεν μπήκε σε καμία λίστα εν ζωή. Ο Εμπειρίκος δεν κέρδισε καμία ψηφοφορία. Η
αυθεντική λογοτεχνία βρίσκει τον δρόμο της πέρα και μακριά από κάθε απόπειρα
κατάταξης. Διεκδικεί την αξία της σε πείσμα της εκάστοτε θεσμικής ιεράρχησης.
Το πρόβλημα με αυτές τις λίστες
ελάχιστα σχετίζεται με την ορθότητα των επιλογών τους. Έγκειται κυρίως στην
αξίωσή τους για μια αντικειμενικότητα που δεν διαθέτουν. Αν προβάλλονταν ως
αυτό που πραγματικά αποτελούν —μια στιγμιαία αποτύπωση των προτιμήσεων ενός
συγκεκριμένου κύκλου σε μια δεδομένη συγκυρία— θα συνιστούσαν μια ενδιαφέρουσα
πολιτισμική μαρτυρία. Στην πραγματικότητα, όμως, διεκδικούν το κύρος ενός
αδιαμφισβήτητου κανόνα, θέτοντας αυτό το κύρος στην υπηρεσία των μηχανισμών του
marketing. Αυτή η σύγχυση δεν είναι αθώα.
Η πρόκληση της διαφωνίας
Η αξία της έρευνας της Book press δεν έγκειται στην εγκυρότητα των
αποτελεσμάτων της, τα οποία παραμένουν μεθοδολογικά μετέωρα, αλλά στην ίδια την
πρόκληση που συνιστά η δημοσίευσή τους. Σε ένα τέλμα συναινετικής σιωπής, η
κατασκευή ενός τέτοιου «κανόνα» λειτουργεί ως αναγκαίος πυροκροτητής.
Η κριτική που προηγήθηκε δεν
επιδιώκει να «διορθώσει» τη λίστα. Σκοπός της είναι μάλλον να αποκαλύψει την
αφέλεια εκείνων που την εκλαμβάνουν ως κάτι περισσότερο από μια στατιστική
αποτύπωση του γούστου της στιγμής. Αν η Book press πέτυχε κάτι είναι η δημιουργία ενός
πεδίου όπου η διαφωνία γίνεται επιτέλους ορατή. Ένα σοβαρό περιοδικό κρίνεται
λιγότερο από τις απαντήσεις που δίνει και πολύ περισσότερο από την ένταση των
ερωτημάτων που αναγκάζει τους άλλους να θέσουν. Υπό αυτή την έννοια, η λίστα
δεν αποτελεί την κατάληξη της συζήτησης. Είναι η ίδια η πρόκληση που την
καθιστά εφικτή.
Μια αναγκαία αυτοκριτική
παρένθεση
Θα αποτελούσε, ωστόσο, δείγμα
κριτικής τύφλωσης αν δεν επισημανθεί το προφανές. Το παρόν κείμενο φιλοξενείται
στο ίδιο έντυπο, την Book press,
που γέννησε και υποστήριξε τη λίστα την οποία εδώ αποδομεί. Αυτή η εγγενής
αντίφαση, η συνύπαρξη της κριτικής με το αντικείμενό της στον ίδιο χώρο, λειτουργεί
μάλλον ως ο ειδοποιός ιστός και η πεμπτουσία του λογοτεχνικού πεδίου.
Ο αρθρογράφος, όπως και κάθε δρων
μέσα σε αυτό το σύστημα, δεν πλανάται σε κάποιο εξω-θεσμικό κενό. Επωφελείται
από την ίδια την ορατότητα που η Book press
προσφέρει. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί σε ένα συμπέρασμα που υπερβαίνει την
προσωπική στάση. Κανείς δεν βρίσκεται έξω από το σύστημα που κριτικάρει.
Γράφουμε, δημοσιευόμαστε και αναγνωριζόμαστε εντός των μηχανισμών που
αμφισβητούμε.
Η κριτική σκέψη, επομένως, αντί
να εξασφαλίζει το προνόμιο μιας ανέφελης εξαίρεσης από τις αντιφάσεις της
εποχής, επιβάλλει την υποχρέωση να τις κατονομάζουμε με ακρίβεια. Εκεί όπου το
πνεύμα επιχειρείται να εγκλωβιστεί σε καταλόγους και ιεραρχήσεις, η μόνη πράξη
διανοητικής συνέπειας είναι η υπονόμευση αυτής της κατασκευασμένης βεβαιότητας.
Η ανάδειξη των εσωτερικών της ρωγμών είναι ό,τι διασώζει την αξιοπρέπεια του
κριτικού λόγου.
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου