[Δημοσίευση Book press 8.6.2026]
The expression that there is nothing to express, nothing with which to express, nothing from which to express, no power to express, no desire to express, together with the obligation to express. (Samuel Beckett)
Το παρόν άρθρο επιχειρεί μια συγκριτική ανάγνωση δύο έργων που, παρά
τη χρονική τους απόσταση και τις αποκλίνουσες βιογραφίες των συγγραφέων τους, συναντώνται
σε ένα κοινό σημείο κατάρρευσης. Εκεί όπου ο λόγος παύει να είναι επικοινωνία
και γίνεται ο ίδιος η ασθένεια. Το «Agapē Agapē» (2002) του Αμερικανού
συγγραφέα Γουίλιαμ Γκάντις, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά με τον
τίτλο «Αγάπη Χαίνουσα» σε μετάφραση του Γιώργου Μπέτσου από τις εκδόσεις Ποταμός,
και «Ο Ακατονόμαστος» («L'Innommable», 1953) του Ιρλανδού δημιουργού Σάμιουελ
Μπέκετ, σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου από τις εκδόσεις
Ύψιλον/βιβλία, εξετάζονται ως δύο παράλληλα τεκμήρια μιας πεπερασμένης
συνείδησης η οποία, αρνούμενη τη σιωπή, παράγει λόγο μέχρι τελικής εξόδου.
Τα
εν λόγω έργα αποστρέφονται την παραδοσιακή πλοκή. Επιλέγουν, αντίθετα, να
αναπαραστήσουν την ίδια τη διαδικασία της αφήγησης καθώς αυτή αγωνίζεται να
σταματήσει. Και τα δύο λειτουργούν ως μονόλογοι μιας συνείδησης που βρίσκεται
στο χείλος του θανάτου, της σιωπής και της λήθης, η οποία εξακολουθεί να μιλά
επειδή αδυνατεί να πράξει αλλιώς. Η φωνή υπερβαίνει τον ρόλο του απλού
εκφραστικού μέσου, καθώς αναδεικνύεται σε έσχατο σύμπτωμα της ύπαρξης.
Η
συγγένεια αυτών των δύο κειμένων εκτείνεται πέρα από τη θεματική τους βάση. Εισχωρεί
στο ύφος, στην οντολογία, καθιστώντας τη συμπόρευσή τους σχεδόν αναπνευστική.
Και στα δύο, η πρόταση παραμένει διαρκώς μετέωρη, αρνούμενη τη συμβατική της
ολοκλήρωση. Ο στοχασμός παρεισφρέει στον ανεκπλήρωτο στόχο σαν νερό σε ρωγμή. Ο
Μπέκετ και ο Γκάντις συνθέτουν κείμενα που μοιάζουν να αποσυντίθενται κατά τη
γέννησή τους. Μέσα σε αυτή τη θραύση, ο αναγνώστης καλείται να συγκολλήσει τα
απομεινάρια μιας υποκειμενικότητας που ήδη διαφεύγει.
Η
σύγκριση δεν εξαντλείται στο ζήτημα της επιρροής, ούτε στο γεγονός ότι το έργο
του Γκάντις συνομιλεί εμφανώς με το μπεκετικό σύμπαν. Η σύγκλισή τους πηγαίνει
βαθύτερα. Υπάρχει η κοινή πεποίθηση ότι η λογοτεχνία, στην υψηλότερη στιγμή
της, παύει να περιγράφει την αγωνία από απόσταση και την ενσαρκώνει στο ίδιο
της το σώμα, στη σύνταξη, στον ρυθμό, στη θραύση της πρότασης.
Φωνή
χωρίς σώμα, σώμα χωρίς φωνή
Ο «Ακατονόμαστος»
αρχίζει με τρεις ερωτήσεις που δεν θα απαντηθούν ποτέ: «Πού τώρα; Ποιος τώρα;
Πότε τώρα;» Είναι το εναρκτήριο τρίπτυχο μιας ύπαρξης που δεν μπορεί να
εντοπίσει τον εαυτό της στον χώρο, στο πρόσωπο και στον χρόνο. Το υποκείμενο
του Μπέκετ δεν έχει σώμα ή, μάλλον, έχει ένα σώμα που δεν το υπακούει, που το
ξεχνά, που το προδίδει. Η φωνή λοιπόν αιωρείται σε ένα κενό που δεν είναι
θάνατος αλλά ούτε και ζωή, μια μεταιχμιακή κατάσταση για την οποία δεν υπάρχει
λέξη, κι αυτή η έλλειψη λέξης είναι ακριβώς το θέμα.
Ο
αφηγητής του Γκάντις είναι συγκεκριμένος και αόριστος ταυτόχρονα: ένας γέρος
άντρας, ετοιμοθάνατος, ξαπλωμένος, περικυκλωμένος από σωρούς χαρτιών και
βιβλίων, το υλικό υπόστρωμα ενός ολόκληρου πνευματικού βίου. Σε αντίθεση με τον
άσαρκο φορέα φωνής του Μπέκετ, εδώ το σώμα παρίσταται, αλλά μόνο ως απομεινάρι.
Κι όμως, αυτή η σωματική υλικότητα δεν είναι σκηνογραφία. Το σώμα του αφηγητή
λειτουργεί ως ένα δεύτερο αρχείο, παραδομένο στην αποσύνθεση, πλάι στα χαρτιά
που τον περιβάλλουν. Οι πόνοι, η ακινησία και η εξάντληση γίνονται το αυτούσιο
σώμα του κειμένου.
Αυτό
που κάνει τη διαφορά δεν είναι η παρουσία ή η απουσία σώματος αυτή καθαυτή,
αλλά η σχέση της φωνής με τη μνήμη αυτής της παρουσίας. Στον Μπέκετ, η απουσία
σώματος εκκινεί ως δεδομένη συνθήκη. Η φωνή του «Ακατονόμαστου» δεν πενθεί σώμα
που έχασε, επειδή δεν θυμάται να το είχε ποτέ με βεβαιότητα. Η σωματική
εμπειρία, όπου εμφανίζεται, είναι εξίσου αναξιόπιστη με κάθε άλλη μνήμη, ένα
ακόμη ανεπαλήθευτο αφήγημα που ο ίδιος ο αφηγητής αμφισβητεί την ώρα που το
εκφέρει.
Στον
Γκάντις, αντίθετα, το σώμα θυμάται τον εαυτό του. Και αυτή η μνήμη είναι
επίπονη, συγκεκριμένη, αμείλικτα παρούσα και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Η
φθορά αποτελεί μια βιωμένη, σχεδόν κλινική πραγματικότητα. Η φωνή του αφηγητή
φέρει αυτό το βάρος που η μπεκετική φωνή έχει ήδη αποβάλει ή ποτέ δεν γνώρισε. Εδώ
είναι που χωρίζουν. Στον Μπέκετ, η φωνή αιωρείται σε ένα πρωτογενές, απόλυτο
κενό. Στον Γκάντις, η φωνή γνωρίζει από πού έπεσε, και αυτή ακριβώς η γνώση την
κάνει πιο επίμονη, πιο απεγνωσμένη.
Κι
όμως, και στους δύο ισχύει το ίδιο παράδοξο. Όσο το σώμα αποδυναμώνεται, είτε
ως κλινική κατάπτωση είτε ως οντολογική αβεβαιότητα, η φωνή εντείνεται,
διεκδικώντας τον χώρο της. Η γλώσσα έλκει την καταγωγή της από τη φθορά, ως
έκφραση της ολοκληρωτικής απουσίας δύναμης. Αυτό αναστρέφει κάθε ρομαντική
αντίληψη για τη δημιουργία ως έκφραση πληρότητας. Και στους δύο συγγραφείς, η
φωνή είναι αυτό που απομένει όταν όλα τα άλλα έχουν ήδη αρχίσει να φεύγουν.
Έτσι,
και στα δύο κείμενα η φωνή γίνεται ο μόνος τρόπος απόδειξης της ύπαρξης, μια
αντιστροφή του καρτεσιανού cogito. Όχι «σκέφτομαι άρα υπάρχω», αλλά «μιλώ άρα
δεν έχω πεθάνει ακόμη». Ο Καρτέσιος εμπιστευόταν τη σκέψη ως θεμέλιο. Ο Μπέκετ
κρατά τη δομή αλλά αδειάζει το περιεχόμενο. Το υποκείμενο υπάρχει, αλλά δεν
εγγυάται τίποτε για τον εαυτό του. Και ο Σοπενάουερ τουλάχιστον έβλεπε στη
μουσική μια διαφυγή από τη βούληση. Εδώ δεν υπάρχει διαφυγή. Μόνο η φωνή, που
συνεχίζει.
Η
διαφορά από το καρτεσιανό πρότυπο δεν είναι ασήμαντη, υπαινίσσεται ότι η σκέψη
από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται η εξωτερίκευση, η φωνή ως παρουσία. Και
ταυτόχρονα, αυτή η φωνή είναι παγίδα, γιατί μιλώντας, αποκαλύπτεις ότι δεν
έχεις τίποτε ουσιαστικό να πεις. Η ύπαρξη επαληθεύεται και υπονομεύεται από το
ίδιο της το μέσο.
Το
αρχείο και η καταστροφή της μνήμης
Ο
Γκάντις έγραψε το «Agapē Agapē» ενώ ετοιμαζόταν να πεθάνει. Το βιβλίο είναι η
εκδοχή μυθοπλασίας ενός μεγάλου ερευνητικού έργου για την ιστορία του μηχανικού
πιάνου (player piano), ενός έργου που ο συγγραφέας δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει.
Έτσι, το «Agapē Agapē» είναι κατά κυριολεξία ένα αρχείο που αποσυντίθεται. Σημειώσεις,
παραπομπές, αποσπάσματα, μνήμες, παρεκβάσεις, ένας σωρός που δεν γίνεται ποτέ
σύστημα.
Αυτή
η αρχειακή λογική είναι θεμελιώδης για την κατανόηση του κειμένου. Ο αφηγητής
του Γκάντις μετατοπίζει την πράξη της αφήγησης σε μια διαρκή διαδικασία
συλλογής. Και αυτή η συλλογή είναι μια χειρονομία αντίστασης απέναντι στην
αποσύνθεση. Αν βάλω τα πάντα εδώ, αν τα πω όλα, ίσως τίποτε να μην χαθεί. Αλλά,
φυσικά, χάνεται. Ο Γκάντις γνωρίζει, και δείχνει ότι γνωρίζει, ότι η μνήμη δεν
είναι αρχείο. Είναι, αντίθετα, μια διαρκής παραμόρφωση, μια αφήγηση που αλλάζει
κάθε φορά που ανακαλείται.
Στον
Μπέκετ, η μνήμη έχει ήδη παραδοθεί. Ο «Ακατονόμαστος» δεν προσπαθεί να
ανακτήσει το παρελθόν. Το παρελθόν δεν υπάρχει ή, αν υπήρξε, είναι τόσο
αναξιόπιστο που δεν διαφέρει από τη φαντασία. Οι «ιστορίες» που επιστρατεύει ο
αφηγητής για τον Μάχουντ ή τον Ουόρμ αποτελούν καθαρές κατασκευές, προσωρινές
θεωρήσεις ταυτότητας που απορρίπτονται τη στιγμή ακριβώς της ανάδυσής τους. Εδώ
βρίσκεται ίσως η βαθύτερη ριζοσπαστικότητα του Μπέκετ. Αντί για το πένθος της
χαμένης μνήμης, προκρίνει την ολοκληρωτική αμφισβήτηση της λειτουργίας της.
Σε αυτό το σημείο, η φωνή αποσυνδέεται πλήρως από τη βούληση
ή τη γνώση του υποκειμένου και μετατρέπεται σε μια καθαρή, απρόσωπη
αναγκαιότητα. Ο αφηγητής εκφέρεται ολοκληρωτικά από
τον λόγο, παγιδευμένος σε μια συνθήκη όπου, όπως ομολογεί ο ίδιος, έχει υποχρέωση
να μιλά, απλώς να μιλά: «Έχω υποχρέωση να μιλάω, απλώς να μιλάω, γενικά κι
αόριστα. Ενώ δεν έχω τίποτα να πω, τίποτα πέρα απ’ τα λόγια των άλλων, πρέπει
να μιλάω. Ενώ δεν ξέρω να μιλάω, ενώ δεν θέλω να μιλάω, πρέπει να μιλάω. Κανείς
δεν με αναγκάζει, δεν υπάρχει κανείς, πρόκειται απλώς για γεγονός, δεδομένο.
Τίποτα δεν μπορεί να με γλιτώσει από αυτό, δεν υπάρχει τίποτα, δεν υπάρχει
τίποτα, τίποτα να ανακαλύψω, τίποτα να αποκαλύψω, τίποτα να λιγοστέψει τα όσα
μου μένουν να πω, πρέπει να πιω τη θάλασσα, ώστε υπάρχει μια θάλασσα». Αυτή
είναι η ύστατη μορφή αυτονομίας, όπου το υποκείμενο, στερούμενο κάθε άλλου
ελέγχου, διασώζει και ορίζει πλέον μόνο το υλικό ίχνος της εκπομπής του.
Στον αντίποδα αυτής της οντολογικής κενότητας, ο
ετοιμοθάνατος αφηγητής του Γκάντις εγκλωβίζεται σε έναν εξίσου χειμαρρώδη,
μονοκόμματο μονόλογο, όπου η υποχρέωση του λόγου πηγάζει από την υπεραφθονία
ενός πολιτισμού που πνέει τα λοίσθια. Εδώ, η μνήμη δεν ανακαλεί βιώματα, αλλά
ένα ερείπιο σκόρπιων ιστορικών καταγραφών που παλεύουν αγωνιωδώς να κρατήσουν
το νήμα της δημιουργίας πριν αυτό εκπέσει στη λήθη. Ο αφηγητής εκφέρει μια
διαρκή, πυρετώδη παρέκβαση, αναζητώντας «μια εν εξελίξει προπαρασκευή αντί του
χάους και της τυχαιότητας», για να καταγγείλει, μέσα σε μια βίαιη ανακοπή για
μια ανάσα, τους «εγγαστρίμυθους» και τα αρχειακά αποσπάσματα που έχουν
«κλωνοποιηθεί προς αναπαραγωγή». Απέναντι σε αυτή τη μαζική παραποίηση της
ιστορικής θύμησης, ορθώνει ως ύστατη αντίσταση την «απόλυτη ατομικότητα»,
εκείνη την «αγάπη για το όμορφο δημιούργημα πριν αυτό δημιουργηθεί». Αυτή η
φυσική συγχώνευση της ζωής στην πλάση, αυτός ο «παιάνας για την αγάπη που τη
δημιούργησε», μετατρέπει τον μονόλογο του Γκάντις σε μια χειρονομία διάσωσης
του αυθεντικού μέσα από το ίδιο το υλικό της καταστροφής του.
Η σύγκλιση των δύο συγγραφέων εντοπίζεται στο ότι
αντιμετωπίζουν τη μνήμη ως προβληματική κατασκευή, όχι ως αξιόπιστη αποθήκη. Ο
Γκάντις πάσχει από την υπεραφθονία της, από ένα αρχείο που δεν χωράει πια σε
καμία τάξη. Ο Μπέκετ από την αδυναμία της, από τη συνειδητοποίηση ότι δεν
θυμάσαι ποτέ αυτό που ήσουν, αλλά μόνο αυτό που αφηγείσαι ότι ήσουν. Και στις
δύο περιπτώσεις, το «εγώ» είναι υπό αμφισβήτηση.
Το
βασανιστήριο και η παρηγοριά της γλώσσας
«Πρέπει
να συνεχίσω, δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω.» Αυτή η φράση από το τέλος του
«Ακατονόμαστου» έχει γίνει μια από τις πιο συχνά παρατιθέμενες στη δυτική
λογοτεχνία κι αυτό γιατί εκφράζει με απόλυτη οικονομία ένα παράδοξο που δεν
λύνεται. Το ότι η γλώσσα είναι ταυτόχρονα το πρόβλημα και η λύση, η αρρώστια
και το φάρμακο. Δεν μπορείς να σταματήσεις να μιλάς, ακόμη και όταν η ομιλία σε
καταστρέφει. Ακόμη και όταν γνωρίζεις ότι κάθε λέξη σε απομακρύνει από κάτι που
δεν μπορεί να ειπωθεί. Η σιωπή, βέβαια, δεν εγγυάται τίποτε καλύτερο.
Ο
Γκάντις μοιράζεται αυτή την αμφιθυμία απέναντι στη γλώσσα, αλλά η εκδοχή του
είναι πιο ιστορικά τοποθετημένη. Ο αφηγητής του «Agapē Agapē» ανησυχεί για την
κατάρρευση της δημόσιας γλώσσας, για τη διαφθορά της επικοινωνίας στην εποχή
της μαζικής αναπαραγωγής και της τεχνολογικής διαμεσολάβησης. Η αγωνία του
υπερβαίνει τα όρια του προσωπικού βιώματος, αποκτώντας μια βαθιά πολιτισμική
διάσταση. Η γλώσσα όχι μόνο δεν μπορεί να εκφράσει τον εσωτερικό κόσμο, αλλά
και έχει αποτύχει στη δημόσια σφαίρα, έχει υποκύψει στην τετριμμένη επανάληψη,
στη διαφήμιση, στη βαναυσότητα.
Η
διαφορά αυτή αποτυπώνει μια ουσιαστική απόκλιση στη φιλοσοφική τους βάση. Ο
Μπέκετ κινείται στην τροχιά ενός Καρτέσιου που έχει χάσει την εμπιστοσύνη του
στον εαυτό του, ενός Σοπενάουερ χωρίς την παρηγοριά της μουσικής. Ο Γκάντις,
αντίθετα, είναι βαθιά ιστορικός, η γλώσσα του δεν αποτυγχάνει φιλοσοφικά αλλά
κοινωνικά, μέσα στα συντρίμμια ενός πολιτισμού που τον κατανάλωσε. Κι όμως, και
στις δύο περιπτώσεις, η συνέπεια είναι η ίδια. Συνεχίζεις να μιλάς, γιατί δεν
υπάρχει τίποτε άλλο να κάνεις.
Αυτή
η απόκλιση των φιλοσοφικών αφετηριών, αντί να αναιρεί τη σύγκλιση, τη
θεμελιώνει σε ένα ακόμη βαθύτερο επίπεδο. Αν ο Μπέκετ και ο Γκάντις κατέληγαν
στο ίδιο συμπέρασμα ξεκινώντας από την ίδια φιλοσοφική βάση, η σύγκλισή τους θα
ήταν απλώς λογική συνέπεια. Το γεγονός όμως ότι φτάνουν στο ίδιο αδιέξοδο μέσα
από εντελώς διαφορετικές διαδρομές, ο ένας από την οντολογική κενότητα του
υποκειμένου, ο άλλος από την ιστορική κατάρρευση του κοινωνικού ιστού,
υπαινίσσεται κάτι που υπερβαίνει κάθε θεωρητική κατασκευή. Ότι το αδιέξοδο της
γλώσσας δεν είναι φιλοσοφική θέση αλλά ανθρώπινη συνθήκη. Η σύγκλισή τους,
λοιπόν, βρίσκεται πέρα από τα όρια της απλής σύμπτωσης ή της γραμμικής
επιρροής, αποτελώντας μια κοινή, βαθιά διάγνωση για την κατάσταση του
υποκειμένου.
Η
ύστατη χειρονομία της αγάπης
Ο
τίτλος του Γκάντις δεν είναι αθώος. Agapē (αγάπη ως αδιαφιλονίκητη, ανεξάρτητη,
άνευ αιτίας φιλοστοργία), agapē (ανοιχτό
στόμα, κατάπληξη, εμβροντησία), η λέξη γράφεται ίδια και σημαίνει δύο εντελώς
διαφορετικά πράγματα, εφόσον αλλάξεις τον τόνο. Αυτό το γλωσσικό παιχνίδι
ξεπερνά τα όρια μιας δεξιοτεχνικής ευρηματικότητας και καθίσταται το ίδιο το
θεματικό κέντρο του βιβλίου. Η αγάπη για τη μουσική, για την τέχνη, για τους
ανθρώπους αντιστέκεται ακόμα, ακόμα και μέσα στη φθορά. Η κατάπληξη μπροστά στο
μεγαλείο και στη βαναυσότητα δεν έχει σβήσει.
Στον
Μπέκετ, η αγάπη, με την παραδοσιακή της έννοια, παραμένει απούσα ή ήδη
αναλωμένη. Το μοναδικό της ισοδύναμο εντοπίζεται στην επιμονή. Στην άρνηση της
σιωπής. Στην ανάγκη να αρθρωθεί μία ακόμη φράση, ακόμη κι όταν αυτή ομολογεί
πως δεν έχει απομείνει τίποτα να ειπωθεί. Αυτή η εμμονή φανερώνει μια στάση
βαθιά ταπεινή και τίμια, ριζωμένη στην ίδια την αδυναμία του αφηγητή να
παραιτηθεί. Και είναι ακριβώς αυτή η αδυναμία που εμπεριέχει τη δική της,
εσωτερική δικαίωση.
Σε
αυτό το σημείο, τα δύο έργα συγκλίνουν στο βαθύτερο επίπεδο. Και ο Γκάντις και
ο Μπέκετ γράφουν, εν τέλει, για την αδυναμία να σωπάσεις μπροστά στην
ανυπαρξία. Αυτή η αδυναμία είναι το τελευταίο τεκμήριο της φροντίδας, μια agapē
χωρίς αντικείμενο, χωρίς παραλήπτη, χωρίς ανταπόδοση. Μια φωνή που μιλά μόνο
και μόνο για να μαρτυρήσει πως κάτι, έστω μικρό και θνητό, υπήρξε εδώ.
Η
πρόταση, ένα πεδίο μάχης
Σε
επίπεδο ύφους, τα δύο κείμενα μοιράζονται την κοινή λογική μιας πρότασης που
αρνείται να κλείσει. Παρατείνεται με εξαρτημένες προτάσεις και παρενθέσεις από
έναν βαθύ φόβο, καθώς η ολοκλήρωσή της φέρνει πιο κοντά το τέλος. Η παρένθεση
μετατοπίζει την κύρια κατεύθυνση της σκέψης στον χώρο όπου η συνείδηση πραγματικά
κατοικεί.
Παράλληλα,
και οι δύο επιστρέφουν στις ίδιες λέξεις, τις ίδιες παραπομπές. Στον Μπέκετ με
μικρές αποκλίσεις που δοκιμάζουν κάθε φορά μια νέα διατύπωση του ίδιου
αδύνατου, στον Γκάντις με λείψανα σκέψης που επιστρέφουν σαν να αρνούνται να
αφομοιωθούν. Η επανάληψη μετατρέπεται στην ίδια τη φόρμα, στον μορφολογικό
τρόπο με τον οποίο το υποκείμενο αντιστέκεται στη διαφυγή.
Και
στα δύο έργα, ο διάλογος απουσιάζει στην καθαρά οντολογική του αναγκαιότητα. Η
φωνή εκπέμπει προς έναν αβέβαιο ορίζοντα, και ο αναγνώστης καλείται
αποκλειστικά να παραστεί. Η σύνταξη γίνεται έτσι το πεδίο όπου η αποσύνθεση και
η αντίσταση συμβαίνουν ταυτόχρονα, μέσα στην ίδια πρόταση, στην ίδια αναπνοή.
Αυτό
που τελικά μοιράζονται ο Μπέκετ και ο Γκάντις εντοπίζεται σε μια κοινή
χειρονομία, στην άρνηση να δώσουν στον αναγνώστη την ανακούφιση της
ολοκλήρωσης. Τα κείμενά τους απλώς σταματούν. Κι αυτό είναι επιλογή. Μια καθαρά
ηθική στάση. Γιατί να τελειώσεις σημαίνει να υποσχεθείς ότι κάτι λύθηκε, ότι η
φωνή βρήκε επιτέλους αυτό που έψαχνε. Να σταματήσεις σημαίνει να παραδεχτείς
ότι η σιωπή που ακολουθεί δεν είναι απάντηση αλλά ερώτημα. Και οι δύο
συγγραφείς γράφουν από τη στενή σχισμή μεταξύ ύπαρξης και έκφρασης, εκεί όπου
οι λέξεις σπάνε και αφήνουν πίσω τους τον ήχο αυτής της θραύσης. Ίσως αυτός ο
ήχος να είναι το μόνο που υπάρχει. Όχι απάντηση. Όχι νόημα. Απλώς το σημάδι ότι
κάποιος πέρασε από εδώ.
Κανείς
από τους δύο δεν σε αφήνει να φύγεις ήσυχος. Και αυτό, τελικά, είναι το μόνο
που μετράει σε ένα κείμενο.
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)