Η συνθετική φύση της αξίας: Προς μια διαλεκτική κατανόηση


 [Δημοσίευση, Book press, 30.1.26]

«Art's double character as both autonomous and fait social is incessantly reproduced on the level of its autonomy.»

Adorno, T. W. (1997). Aesthetic Theory. (Trans. R. Hullot-Kentor). Minneapolis: University of Minnesota Press.

 

Με αφετηρία την ανάγκη για μια επαναξιολόγηση των μεθοδολογικών εργαλείων που χρησιμοποιούνται στη σύγχρονη ερμηνευτική, το κείμενο που ακολουθεί επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην οντολογία του κειμένου και την κοινωνιολογία της πρόσληψης. Η απόπειρα αυτή κρίνεται επιβεβλημένη, καθώς η συζήτηση για την ελληνική γραμματεία συχνά εγκλωβίζεται σε παρωχημένες βεβαιότητες, παραβλέποντας τις διεθνείς μετατοπίσεις στο πεδίο των λογοτεχνικών σπουδών.

Εδώ ακριβώς ανακύπτει το ερώτημα που φέρνει τη θεωρία ενώπιον ενός διλήμματος που δεν επιδέχεται εύκολες απαντήσεις: αν δηλαδή η αξία του έργου αποτελεί μια εγγενή του ιδιότητα ή αν συγκροτείται ερήμην του, μέσα από τις ιστορικές διαδρομές της πρόσληψής του. Απέναντι στον άκαμπτο μορφικό οντολογισμό και τον απόλυτο θεσμικό σχετικισμό, η παρούσα προσέγγιση αντιτάσσει την ιδέα της αξίας ως δυναμικής συμβάντος. Αντί να αναζητούμε την αξία ως μια ακίνητη ιδιότητα κλειδωμένη στο κείμενο ή ως μια αυθαίρετη κατασκευή των θεσμών, οφείλουμε να την εντοπίσουμε στην ίδια την πράξη της αισθητικής πραγμάτωσης. Η αξία πυροδοτείται τη στιγμή ακριβώς που η αρχιτεκτονική του λόγου εισβάλλει στον ιστορικό χρόνο του υποκειμένου, πυροδοτώντας μια διαδικασία αμοιβαίας ενεργοποίησης. Το κείμενο, μέσω της μορφής του, οριοθετεί το πεδίο της εμπειρίας, ενώ ο αναγνώστης, μεταφέροντας το δικό του πολιτισμικό φορτίο, προσδίδει σε αυτά τα στοιχεία την αξιακή τους διάσταση. Η κατανόηση της αξίας ως αισθητικού συμβάντος μάς επιτρέπει να αντιληφθούμε ότι η λογοτεχνία δεν είναι ένα στατικό αντικείμενο προς έκθεση, αλλά μια ζωντανή σχέση που επανακαθορίζεται σε κάθε νέα ανάγνωση, διασφαλίζοντας την ιστορική επιβίωση του έργου μέσα από τη συνεχή του μεταμόρφωση.

 

Η μορφική πραγματικότητα και η διαλεκτική της αξίας

Η μορφική υπόσταση του λογοτεχνικού έργου συνιστά μια αντικειμενική πραγματικότητα, η οποία εδράζεται στο πλέγμα των λέξεων, τις συντακτικές σχέσεις, τις αφηγηματικές δομές και τις ρυθμικές οργανώσεις. Αυτή η μορφή λειτουργεί ως το κανονιστικό πλαίσιο που οριοθετεί το εύρος των πιθανών αναγνώσεων. Ένα μυθιστόρημα δεν επιδέχεται την ανάγνωση ενός επιστημονικού εγχειριδίου, όπως ακριβώς η «Μαντάμ Μποβαρί» δεν μπορεί να συρρικνωθεί σε μια απλή ηθικοπλαστική διδαχή χωρίς να καταρρεύσει η ίδια η δομική της ακεραιότητα.

Η αξία, εντούτοις, δεν θα πρέπει να συγχέεται με τη μορφή. Αντιθέτως, αναδύεται κατά τη συνάντηση του έργου με το υποκείμενο της ανάγνωσης, είτε αυτό είναι ένας μεμονωμένος αναγνώστης είτε μια κοινότητα, το οποίο διαθέτει τα απαραίτητα ερμηνευτικά κριτήρια και τις αισθητικές ευαισθησίες. Η αναγνώριση ενός έργου από έναν περιορισμένο κύκλο ειδικών δεν υποδηλώνει μια προϋπάρχουσα «οντολογική» αξία, αλλά επιβεβαιώνει πως η πρόσληψη αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για την παραγωγή της. Στην περίπτωση που η αναγνωστική αυτή αλυσίδα διακοπεί για αιώνες, η αξία δεν παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση «περιμένοντας» την αποκάλυψή της. Θα συγκροτηθεί εκ νέου μόνον όταν επέλθει μια νέα συνάντηση με το κείμενο, υπό διαφορετικά ιστορικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα.

Μορφή και πρόσληψη συν-διαμορφώνουν, επομένως, την αισθητική εμπειρία σε μια σχέση δυναμικής αλληλεξάρτησης. Για παράδειγμα, η τεχνική του «ρεύματος της συνείδησης» στον James Joyce ή η αποσπασματική δομή του T.S. Eliot θεωρήθηκαν αρχικά ως μορφικές ασυνέπειες, για να αναγνωριστούν αργότερα ως δομικές καινοτομίες που παρήγαγαν μια νέα αισθητική αξία. Αντίστοιχα, έργα που αγνοήθηκαν στην εποχή τους, όπως αυτά του Herman Melville ή του Franz Kafka, αποδεικνύουν ότι η μορφή παραμένει διαθέσιμη για νέες προσλήψεις, οι οποίες θα παράγουν αξία όταν συναντήσουν τον κατάλληλο ερμηνευτικό ορίζοντα.

Συνεπώς το κείμενο λειτουργεί ως το αντικειμενικό υπόστρωμα πάνω στο οποίο η πρόσληψη θα οικοδομήσει το αισθητικό γεγονός. Αυτό που μια εποχή αναγνωρίζει ως κυρίαρχο (όπως η ειρωνεία ή η πολυφωνία), μπορεί σε μια άλλη να παραμένει αδιόρατο επειδή ο ερμηνευτικός ορίζοντας της περιόδου δεν διαθέτει ακόμη τις απαραίτητες «συχνότητες» για να το συλλάβει. Η αξία, λοιπόν, προκύπτει όταν η αντικειμενικότητα της μορφής και η ιστορικότητα της πρόσληψης συντρέχουν σε μια αμοιβαία διαδικασία αξιολόγησης, όπου το έργο προσφέρει το πλαίσιο και ο αναγνώστης την ενεργό νοηματοδότηση. Αυτή η διαλεκτική ισορροπία μάς επιτρέπει να αποφύγουμε τα άκρα, τόσο τον «απόλυτο οντολογισμό», που αντιμετωπίζει το έργο ως απολιθωμένο αντικείμενο που αγνοεί την ιστορία, όσο και τη θεσμική αυθαιρεσία, που τείνει να αγνοεί την αυτονομία του κειμένου. Ως αξία νοείται η ικανότητα της μορφικής δομής να ενεργοποιεί νέα αισθητικά συμβάντα στο πέρασμα του ιστορικού χρόνου.

 

Η πρόσληψη, η θεσμική εξουσία και η διαλεκτική της αξίας

Η πρόσληψη του λογοτεχνικού έργου συνιστά μια σύνθετη διαδικασία, η οποία εκτείνεται από την ατομική ανάγνωση έως τη θεσμική οργάνωση των αναγνωστικών κοινοτήτων, την εκδοτική κυκλοφορία και τη βράβευση. Οι θεσμοί επιτελούν έναν κανονιστικό ρόλο, καθορίζοντας ποια έργα θα καταστούν ορατά, ποια θα ενταχθούν στον κανόνα και ποια θα επανεκτιμηθούν. Ωστόσο, η θεσμική αναγνωρισιμότητα δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την αισθητική αξία. Ένα έργο μπορεί να απολαμβάνει ευρεία εμπορική επιτυχία ή θεσμικό κύρος, χωρίς απαραίτητα να διαθέτει εκείνες τις μορφικές ή αφηγηματικές ποιότητες που απαιτούνται για μια υψηλή αισθητική αποτίμηση

Το φαινόμενο αυτό επιβεβαιώνεται από τη συχνή ανάδειξη έργων που στερούνται εσωτερικής συνοχής, τα οποία όμως βραβεύονται λόγω συγκυριακών τάσεων, δημοσίων σχέσεων ή ιδεολογικών δικτύων. Εάν η αξία ήταν μια αμιγώς εγγενής ιδιότητα, τέτοια έργα δεν θα μπορούσαν ποτέ να διεκδικήσουν θέση στην αξιολογική κλίμακα. Η πραγματικότητα, ωστόσο, καταδεικνύει ότι ενώ η θεσμική εξουσία ελέγχει τους μηχανισμούς της ορατότητας, η αξία συντίθεται οργανικά μέσα από μια πρόσληψη που αξιολογεί τη μορφική αρχιτεκτονική και τις σημασιολογικές της δυνατότητες με κριτήρια ιστορικά και πολιτισμικά συγκροτημένα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσληψη δεν υπακούει σε στατικούς κανόνες, αλλά υπόκειται σε διαρκείς ιστορικές αναθεωρήσεις και συγκρούσεις. Ο Hans-Georg Gadamer υπογράμμισε τη σημασία της «σύντηξης των οριζόντων», υποστηρίζοντας ότι η κατανόηση γεννιέται στη συνάντηση του κειμενικού ορίζοντα με τον ορίζοντα του αναγνώστη. Η αξία, επομένως, δεν προϋπάρχει ούτε απλώς «ενεργοποιείται». Η αξία αναδύεται ως γεγονός μέσα σε αυτή την ιστορική συνάντηση, όπου διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια παράγουν διαφορετικές αξιακές αποτιμήσεις, χωρίς καμία εξ αυτών να διεκδικεί μια μεταφυσική προτεραιότητα.

 

Επιστημολογικές παρερμηνείες και θεσμικός ντετερμινισμός

Στο σημείο αυτό, ωστόσο, ελλοχεύουν συγκεκριμένες επιστημολογικές παρερμηνείες, καθώς η συζήτηση γύρω από την πρόσληψη κινδυνεύει συχνά —και εδώ έγκειται η παρερμηνεία— να διολισθήσει σε έναν άκαμπτο θεσμικό ντετερμινισμό. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η αξία τείνει να ταυτίζεται ισοπεδωτικά με την κοινωνική ορατότητα ή την ακαδημαϊκή επικύρωση, μετατρέποντας τα πορίσματα της θεωρίας της πρόσληψης από ερμηνευτική πρόταση σε ένα «παγιωμένο» επιστημονικό δόγμα. Αποφεύγοντας τη διολίσθηση σε ένα κλειστό σύστημα αξιωμάτων, η επικέντρωση στο πλέγμα των θεσμών δεν οφείλει να αναιρεί την ύπαρξη των μορφικών ιδιοτήτων του έργου, αλλά να μετατοπίζει την ανάλυση σε ένα διαφορετικό επίπεδο αναγνώρισης.

Χαρακτηριστική αυτής της τάσης είναι η πρόσληψη της έννοιας της «ερμηνευτικής κοινότητας» του Stanley Fish. Παρότι ο μηχανισμός αυτός φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο οι συλλογικές αντιλήψεις καθορίζουν τη θεσμική αναγνώριση, οφείλουμε να επισημάνουμε τον κίνδυνο ενός «κοινοτικού σολιψισμού». Αν η θέση του Fish οδηγηθεί στις λογικές της συνέπειες, το λογοτεχνικό έργο κινδυνεύει να απωλέσει κάθε ίχνος αυτονομίας. Η θεωρία του, ενώ προστατεύει από τον αυθαίρετο υποκειμενισμό, τείνει να υποκαταστήσει την οντολογία του έργου με την απόλυτη εξουσία της κοινότητας, καθιστώντας το κείμενο ένα κενό δοχείο που γεμίζει μόνο με θεσμικές συμβάσεις.

Σε αυτό το πλαίσιο, η γκανταμεριανή «σύντηξη των οριζόντων» συχνά παρερμηνεύεται ως μια άδεια νομιμοποίηση για την αυθαίρετη κατασκευή της αξίας από το παρόν. Μια τέτοια ανάγνωση, ωστόσο, παραβλέπει ότι η ερμηνευτική διαδικασία εκκινεί από τη σημασιολογική συνοχή του ίδιου του έργου, η οποία «θέτει ένα ερώτημα» στον αναγνώστη. Ο «ορίζοντας του κειμένου» συνιστά μια επίμονη ετερότητα που ανθίσταται στις υποκειμενικές επιθυμίες, αναγκάζοντας τον αναγνώστη σε μια ριζική επανεξέταση των προκαταλήψεών του. Χωρίς τη διαμεσολάβηση της μορφής και την αποδοχή αυτής της ετερότητας, η σύντηξη ακυρώνεται, διολισθαίνοντας σε μια απλή προβολή του «εγώ» πάνω στο κείμενο. Η αισθητική πράξη, επομένως, δεν συνιστά την εφεύρεση του έργου από τον αναγνώστη, αλλά τη συγκρότηση του νοήματος μέσα από τη δυναμική αλληλεπίδραση του κειμενικού ορίζοντα με την ιστορικότητα της πρόσληψης.

Μέσα από αυτή την οπτική, γίνεται σαφές ότι η θεσμική ορατότητα και η αισθητική αξία, αν και συχνά συγχέονται, δεν ταυτίζονται. Η αξία δεν είναι μια «κρυμμένη ουσία» που περιμένει την ανακάλυψή της, αλλά ούτε και ένα κενό σχήμα που γεμίζει αυθαίρετα από την κοινωνική προβολή. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ένα ζωντανό πλέγμα: η μορφή θέτει τους όρους και η πρόσληψη τους πραγματώνει. Αν αποκόψουμε τη μορφή, καταλήγουμε σε έναν θεσμικό ντετερμινισμό· αν αγνοήσουμε την πρόσληψη, διολισθαίνουμε σε έναν στείρο οντολογισμό. Στη συνθετική κατανόηση, το λογοτεχνικό γεγονός προβάλλει ως μια αδιάσπαστη ενότητα, πέρα από κάθε απόπειρα αποσπασματικής ανάλυσης.

 

Κριτική, πρωτοπορία και η ιστορική μεταβολή της αξίας

Πέρα από το θεωρητικό επίπεδο, η διάκριση των μοντέλων αξίας —εγγενών και προσληπτικών— καθορίζει οργανικά τις κατευθύνσεις της κριτικής πράξης και της δημιουργικής διαδικασίας. Εάν η αξία εκληφθεί ως εγγενής, τότε το έργο του κριτικού περιορίζεται σε μια αμιγώς «αποκαλυπτική» λειτουργία, αφού καλείται απλώς να φέρει στο φως ποιότητες που υποτίθεται ότι ενυπάρχουν αμετάβλητες στο κείμενο. Στον αντίποδα, εάν η αξία θεωρηθεί αποκλειστικό παράγωγο της πρόσληψης, η κριτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν αυθαίρετο συν-παραγωγό, στερούμενο οποιουδήποτε αντικειμενικού σημείου αναφοράς.

Η διαλεκτική, συνθετική προσέγγιση απορρίπτει και τα δύο αυτά άκρα. Μορφή και πρόσληψη συν-διαμορφώνουν την αισθητική εμπειρία σε μια σχέση αμοιβαίας συγκρότησης. Η μορφή δεν αναμένει παθητικά την «πραγμάτωσή» της, ούτε όμως η πρόσληψη ενεργεί εν κενώ. Ένα έργο μπορεί να εισάγει μορφικές καινοτομίες που υπερβαίνουν τον ορίζοντα προσδοκιών της εποχής του. Η αξία που θα παραχθεί τελικά συναρτάται άμεσα με τον τρόπο που οι αναγνώστες θα αναμετρηθούν με αυτές τις καινοτομίες μέσα σε διαφορετικά ιστορικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα.

Στο ελληνικό λογοτεχνικό πεδίο, χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυναμικής αποτελεί η περίπτωση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Γιάννη Σκαρίμπα. Τα έργα τους, που συχνά προσλήφθηκαν αρχικά μέσα από περιοριστικά ερμηνευτικά σχήματα, είτε ως παραδοσιακή ηθογραφία στην περίπτωση του πρώτου, είτε ως ιδιόρρυθμος γλωσσικός αναρχισμός στην περίπτωση του δεύτερου, χρειάστηκε να συναντήσουν έναν νέο ερμηνευτικό ορίζοντα για να πραγματωθεί η πλήρης αισθητική τους αξία. Η «αντίσταση» της γραφής τους λειτούργησε ως μια μορφική πρόκληση που υπερέβαινε την απλή έννοια της ποιοτικής ανεπάρκειας. Αναζητώντας τις κατάλληλες «συχνότητες» πρόσληψης σε μεταγενέστερες γενιές, η αρχική αυτή «δυστροπία» μετουσιώθηκε τελικά στη γενεσιουργό αιτία μιας νέας και βαθύτερης αισθητικής αξίας.

Γίνεται, λοιπόν, σαφές ότι η ιστορική μεταβολή των αξιολογικών κρίσεων δεν μαρτυρεί θεωρητική ασυνέπεια, αλλά αναδεικνύει την ίδια τη φύση της αξίας ως ένα γεγονός σε διαρκές γίγνεσθαι. Κάθε αναγνωστική στιγμή λειτουργεί ως μια νέα "συμβολή", μετατρέποντας την ιδιότητα του αριστουργήματος από στατική βεβαιότητα σε μια δυναμική κατάσταση, πάντα ανοιχτή σε μελλοντικές επανεκτιμήσεις.

Παράλληλα, η διαλεκτική αυτή οπτική υπενθυμίζει ότι η μορφική πολυπλοκότητα ή η «αντίσταση» του κειμένου δεν διασφαλίζουν από μόνες τους την αισθητική υπεροχή. Με τον όρο «αντίσταση», δηλώνεται η άρνηση του κειμένου να υποταχθεί πλήρως στις κυρίαρχες αναγνωστικές προσδοκίες μιας εποχής. Ένα έργο που «ανθίσταται» δεν είναι απαραίτητα ακατάληπτο, αλλά απαιτεί από τον αναγνώστη να αναθεωρήσει τα ερμηνευτικά του εργαλεία για να το προσλάβει. Η αξία αναδύεται μόνον όταν το αναγνωστικό κοινό, εξοπλισμένο με τα κατάλληλα ερμηνευτικά εργαλεία και την ανάλογη ευαισθησία,  έρχεται σε ουσιαστική τριβή με τη μορφή. Εδώ ακριβώς θεμελιώνεται και η έννοια της πρωτοπορίας. Οι μορφικές καινοτομίες διανοίγουν πεδία για νέες αξιακές προσλήψεις, όμως η τελική τους επικύρωση παραμένει πάντοτε δέσμια της ιστορικής συγκυρίας.

Η κριτική πράξη δεν συνιστά μια στατική μέτρηση ούτε την απλή αποκάλυψη μιας προϋπάρχουσας και ακίνητης ουσίας. Ταυτόχρονα, όμως, δεν αποτελεί μια αυθαίρετη κατασκευή που πλάθει αξίες εκ του μηδενός. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ο δυναμικός διαμεσολαβητής σε μια συνεχή διαλεκτική διαδικασία, όπου η αντικειμενικότητα της μορφής και η υποκειμενικότητα της πρόσληψης αλληλοπροσδιορίζονται και συν-διαμορφώνονται. Μέσα από αυτή την οπτική, η έννοια της πρωτοπορίας και η διαρκής ιστορική μεταβολή των κρίσεων δεν μαρτυρούν μια αστάθεια κριτηρίων, αλλά υπογραμμίζουν ότι η αξία είναι ένα συνθετικό γεγονός. Πρόκειται για μια ζωντανή οντότητα που υφίσταται, εξελίσσεται και δικαιώνεται αποκλειστικά στη δραστική συνάντηση του έργου με το ιστορικό παρόν των αναγνωστών του, μετατρέποντας την ανάγνωση από παθητική κατανάλωση σε μια πράξη αισθητικής δημιουργίας.

 

Συμπέρασμα: Η διαδικασία της αισθητικής πραγμάτωσης

Η αξία ενός λογοτεχνικού έργου δεν συνιστά ούτε μια αυθύπαρκτη ουσία, εγκλωβισμένη στο κείμενο, ούτε ένα αυθαίρετο παράγωγο των θεσμικών μηχανισμών. Αντιθέτως, αποτελεί ένα γεγονός συναπαρτισμού που συγκροτείται εντός της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ μορφής και πρόσληψης. Η μορφή του έργου, η αφηγηματική του αρχιτεκτονική, η γλωσσική του πυκνότητα και η δομική του πολυφωνία, οριοθετεί το πλαίσιο εντός του οποίου οι διαφορετικές αναγνώσεις παράγουν νόημα, χωρίς όμως η ίδια να εμπεριέχει προκατασκευασμένες ή «ενεργοποιήσιμες» ιδιότητες ανεξάρτητα από το υποκείμενο. Η πρόσληψη, από την πλευρά της, είναι εκείνη που παράγει την αξία μέσω της ερμηνευτικής αναμέτρησης με τη μορφή, πάντα υπό συγκεκριμένες ιστορικές και πολιτισμικές συντεταγμένες.

Η ιστορική μεταβολή των αξιολογικών κρίσεων δεν μαρτυρεί μια δομική αδυναμία του έργου ούτε μια υποκειμενική αυθαιρεσία των αναγνωστών. Αναδεικνύει, αντιθέτως, τη δυναμική της διαδραστικής διαδικασίας. Έργα που παρέμειναν στο περιθώριο σε μια εποχή μπορούν να αναδυθούν ως πρωτοποριακά σε μια άλλη, ενώ η θεσμική αναγνώριση ή η εμπορική επιτυχία δεν διασφαλίζουν αυτομάτως την αισθητική ποιότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, η κριτική πράξη παύει να θεωρείται μια απλή διαδικασία αποκάλυψης ή επιβολής και  αναδεικνύεται σε έναν ενεργό συμμέτοχο στη διαμόρφωση της αξίας, σε μια διαρκή αλληλεπίδραση με τη μορφή και τις ιστορικά συγκροτημένες προσλήψεις

Η συνθετική φύση της αξίας λειτουργεί ως αφετηρία νέων ερωτημάτων, τροφοδοτώντας αδιάλειπτα τον σύγχρονο κριτικό στοχασμό. Αν η αξία γεννιέται στη συνάντηση, τότε ο κριτικός δεν είναι πλέον ο δικαστής μιας στατικής ουσίας, αλλά ο διαμεσολαβητής μιας ζωντανής εξέλιξης. Η προσέγγιση αυτή μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε  ποιες μορφικές ποιότητες των σημερινών έργων παραμένουν αδιόρατες επειδή ο δικός μας ορίζοντας είναι ακόμη περιορισμένος; Η αξία του έργου ταυτίζεται με τη δυναμική συνάντηση της αναγνωστικής εμπειρίας και της γλωσσικής αρχιτεκτονικής, μια πράξη που καθιστά το κείμενο διαρκώς επίκαιρο.


Βιβλιογραφία

Χρονάκη, Ά. (2015). «Βασικές θεωρητικές αρχές της αναγνωστικής ανταπόκρισης». Επιστήμες Αγωγής, τχ. 2, σελ. 127-139

Γκίρμπας, Α. (2016). «Σύντηξη των Οριζόντων και Μία Ορθή Απάντηση: Ο H.-G. Gadamer και ο R. Dworkin για την αλήθεια και την αντικειμενικότητα στην ερμηνεία». ΕΚΠΑ, Π.Μ.Σ. Ιστορίας και Θεωρίας του Δικαίου, Αθήνα, σελ. 58 και 334

 

Θεωρητικές Αναφορές (Secondary Sources/Selected Bibliography)

Adorno, T. W. (2000). Αισθητική Θεωρία. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Adorno, T. W. (1997). Aesthetic Theory. (Trans. R. Hullot-Kentor). Minneapolis: University of Minnesota Press.

Fish, S. (1980). Is There a Text in This Class? Cambridge, MA: Harvard University Press.

Gadamer, H.-G. (1960). Truth and Method. New York: Continuum.

Iser, W. (1978). The Act of Reading. Baltimore: Johns Hopkins University Press.

Jauss, H. R. (1982). Toward an Aesthetic of Reception. Minneapolis: University of Minnesota Press.

Δημιουργία και αποστασιοποίηση: Για την ηθική της σιωπής στη δημόσια λογοτεχνική πράξη


[Δημοσίευση: Book press, 11.1.26]

Η λογοτεχνία, ως πολιτισμικό φαινόμενο, δεν είναι μόνο μια αλυσίδα δημιουργικών πράξεων, αλλά και ένα πεδίο έντονων αλληλεπιδράσεων, αντιφάσεων και ηθικών διλημμάτων. Οι σκέψεις που ακολουθούν δεν φιλοδοξούν να θέσουν κανόνες δεοντολογίας ή να ηθικολογήσουν πάνω στην αυθόρμητη ανάγκη του δημιουργού για έκφραση. Αποτελούν, μάλλον, μια απόπειρα διερεύνησης των λεπτών ορίων ανάμεσα στη δημιουργική ιδιότητα και τη δημόσια παρέμβαση, ιδιαίτερα όταν προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο κρίνεται δόκιμη ή άτοπη η προσπάθεια του συγγραφέα να υπερασπιστεί το έργο του απέναντι σε αρνητικές κριτικές. Αν και η κριτική αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της λογοτεχνικής διαδικασίας, η αντίδραση του δημιουργού σε αυτήν εγείρει ερωτήματα όχι μόνο για την αυτονομία του έργου, αλλά και για την αξιοπιστία της δημόσιας εικόνας του.

Όταν ένα έργο ολοκληρωθεί και δει το φως της δημοσιότητας, κάτι μαγικό —και ταυτόχρονα ανυπότακτο— συμβαίνει. Το έργο αποκτά αυτονομία, ξεφεύγει από τα όρια του δημιουργού και εισέρχεται στον κόσμο των αναγνωστών, των σχολίων, των ερμηνειών. Ο συγγραφέας, εκείνος που κάποτε πίστευε πως κρατούσε την πλήρη εξουσία πάνω στο δημιούργημά του, γίνεται πλέον παρατηρητής. Κι αν προσπαθήσει να υπερασπιστεί ή να «διορθώσει» την πρόσληψη του κειμένου, η κίνηση μοιάζει με μια αμήχανη επανακατάληψη.

Κάποτε γεννιέται η παρόρμηση μιας διευκρίνισης που θα ήθελε να διορθώσει την τροχιά της ανάγνωσης. Κι όμως η κίνηση αναστέλλεται από μόνη της. Το δικαίωμα της τελείας δεν βρίσκεται πια στα χέρια της δημιουργικής συνείδησης, αλλά στην ελεύθερη ροή των νοημάτων. Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται αυτό που η κλασική θεωρία της λογοτεχνίας περιέγραψε ήδη από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα ως «πλάνη της πρόθεσης» («intentional fallacy»), την παραδοχή, δηλαδή, ότι οι προθέσεις του δημιουργού δεν αποτελούν ούτε έγκυρο ούτε αναγκαίο κριτήριο για την αναγνωστική ανατομία του έργου. Όπως έχει επισημάνει ο Roland Barthes στο εμβληματικό του δοκίμιο για τον «θάνατο του συγγραφέα», η ερμηνεία δεν ανήκει πλέον στον δημιουργό. Η φωνή του αναγνώστη υπερβαίνει τη φωνή του συγγραφέα, και η υπεράσπιση μοιάζει με άκαρπη, σχεδόν αδύνατη μάχη εναντίον της ίδιας της φύσης της λογοτεχνίας.

Η δημόσια αντιπαράθεση αποτελεί ωστόσο ένα πεδίο ολισθηρό, γεμάτο παγίδες που συχνά διαφεύγουν της προσοχής μας. Στην προσπάθειά του να θωρακίσει το δημιούργημά του απέναντι σε κάθε δυσμενή αποτίμηση ή παρανόηση, ο συγγραφέας κινδυνεύει να μετατρέψει την αφήγηση σε εργαλείο προσωπικής διένεξης, επιτρέποντας στο «εγώ» του να επισκιάσει την πολυφωνία του κειμένου. Μια τέτοια στάση ενδέχεται να εκληφθεί ως αλαζονεία ή ναρκισσισμός, υπονοώντας ότι ο δημιουργός θεωρεί το έργο του αδιαμφισβήτητο και υπεράνω κάθε άλλης οπτικής. Αποκαλύπτει, τελικά, έναν δημιουργό που φοβάται τη σκιά που ρίχνει το έργο του έξω από τον εαυτό του και αρνείται να αφήσει την πρόσληψη να κυλήσει ελεύθερη, επιζητώντας τον έλεγχο εκεί που η φύση της τέχνης απαιτεί απελευθέρωση.

Στον αντίποδα αυτής της τακτικής, η σιωπή δεν συνιστά απλώς μια παθητική στάση, αλλά μια πράξη σεβασμού προς το ίδιο το έργο και το κοινό του. Ακόμη και όταν η αξιολόγηση είναι αρνητική, ή ενδεχομένως άδικη, η αποδοχή της μαρτυρά πνευματική ωριμότητα και αυτογνωσία. Η σιωπή προσφέρει τον απαραίτητο χώρο στην αφήγηση να μιλήσει από μόνη της και να αναδειχθεί μέσα από τις αντιφάσεις και τις διαφορετικές αναγνώσεις που προκαλεί.

Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να γίνει μια σαφής διάκριση ανάμεσα στην ερμηνευτική πρόσληψη και την πραγματολογική ακρίβεια. Ενώ η σιωπή κρίνεται επιβεβλημένη όταν η κριτική αφορά την αισθητική αποτίμηση ή το νοηματικό βάθος του έργου —πεδία όπου η υποκειμενικότητα του αναγνώστη είναι κυρίαρχη— η στάση του δημιουργού μεταβάλλεται όταν η δημόσια κριτική υποπίπτει σε κατάφωρες πραγματολογικές ανακρίβειες. Αν ένας κριτικός καταλογίσει στον συγγραφέα ένα ιστορικό λάθος ή μια τεχνική αστοχία που δεν υφίσταται, η σιωπή παύει να είναι ηθική στάση και κινδυνεύει να εκληφθεί ως αμέλεια ή έμμεση παραδοχή της πλάνης. Σε αυτή την οριακή περίπτωση, η παρέμβαση του δημιουργού δεν αποτελεί απόπειρα κηδεμονίας της ερμηνείας, αλλά μια αναγκαία πράξη αποκατάστασης της αλήθειας, που προστατεύει την ακεραιότητα του κειμένου από μια στρεβλή ανάγνωση των ίδιων των θεμελίων του.

Στο ίδιο πλαίσιο, η λογοτεχνική αξιολόγηση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του πολιτισμικού διαλόγου, λειτουργώντας ως γέφυρα ανάμεσα στο κείμενο και το κοινό. Ωστόσο, η εγκυρότητα αυτής της γέφυρας κλονίζεται όταν η αρνητική τοποθέτηση διατυπώνεται από έναν συγγραφέα εις βάρος ενός σύγχρονου ομότεχνου. Σε αυτή την περίπτωση, ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα δεοντολογίας, καθώς η δημόσια παρέμβαση του δημιουργού φέρει πάντοτε το βάρος της δικής του «αυθεντίας».

Αυτή η ιδιαίτερη βαρύτητα καθιστά την παρέμβαση ενός δημιουργού επιδραστική πέρα από την αντικειμενική της αξία, διαμορφώνοντας μια άνιση σχέση ισχύος. Η ειδοποιός διαφορά, ωστόσο, εντοπίζεται στη μετάβαση από την «κρίση αξίας» στο «δοκίμιο ανάγνωσης». Εκεί όπου η πρώτη τείνει να εξαντλείται σε αξιωματικές αποφάνσεις που συχνά υποκρύπτουν μια έμμεση αυτοαναφορική διαφήμιση —καθώς η επισήμανση του σφάλματος στον ομότεχνο λειτουργεί ως σιωπηρή επιβεβαίωση της δικής του δημιουργικής ορθότητας— το δεύτερο ανοίγει έναν ειλικρινή διάλογο. Είναι απολύτως θεμιτό για έναν συγγραφέα να μοιράζεται τα βιβλία που αγάπησε, τις στιγμές που ένα κείμενο τον «ταξίδεψε», αρκεί να μην διολισθαίνει σε υποδείξεις για το πώς θα έπρεπε να είχε γραφτεί το έργο του άλλου. Σε αυτή τη χειρονομία συναδελφικής στήριξης, ο δημιουργός δεν καθοδηγεί ούτε επιβάλλει. Αφήνει απλώς τη χαρά της ανάγνωσης να μιλήσει, αποκηρύσσοντας κάθε διάθεση κηδεμονίας.

Ο συγγραφέας δεν εκφέρει τον λόγο του εκ του μηδενός. Η δημόσια τοποθέτησή του φέρει πάντοτε το κύρος της δημιουργικής του ιδιότητας. Έτσι, ακόμη και μια άποψη που στερείται θεωρητικής τεκμηρίωσης μπορεί εύκολα να προσληφθεί από το κοινό ως λόγος «ειδικού». Η ιδιαίτερη αυτή βαρύτητα καθιστά την αρνητική κριτική απαιτητική σε όρους μεθοδολογικής τεκμηρίωσης. Ο λογοτέχνης, ωστόσο, όταν αναλαμβάνει ρόλο κριτικού, δύσκολα αποσπάται από το πρίσμα της δικής του δημιουργικής πρακτικής. Οι επιλογές ύφους, τεχνικής και θεματολογίας συχνά λειτουργούν ως παραμορφωτικός φακός. Ενώ ο επαγγελματίας κριτικός οφείλει να προσεγγίζει το κείμενο με μεθοδολογική νηφαλιότητα και ένα ευρύ φάσμα αναλυτικών εργαλείων που του επιτρέπουν να δει το έργο ως αυτόνομη οντότητα, ο δημιουργός κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στην προσωπική του αισθητική μανιέρα. Για τον συγγραφέα, η κρίση δεν είναι μια ψυχρή αποτίμηση, αλλά μια υποκειμενική σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων, όπου το έργο του άλλου μετριέται αναπόφευκτα με τα μέτρα και τα σταθμά της δικής του δημιουργικής ιδιοσυγκρασίας.

Όταν ένας συγγραφέας επιλέγει να ασκήσει αρνητική κριτική σε έναν σύγχρονο ομότεχνο, επισημαίνοντας ελλείψεις ή μειονεκτήματα, η ίδια η πράξη μεταφέρει ένα διπλό μήνυμα. Δηλώνει, χωρίς ίσως να το επιδιώκει, ότι ο ίδιος κατέχει ένα μέτρο, μια μέθοδο, μια «ορθότητα» που υπερβαίνει το αντικείμενο της κριτικής. Η κριτική τότε δεν περιορίζεται στην αξιολόγηση του άλλου, αλλά λειτουργεί ταυτόχρονα ως πράξη οίησης και εκφορά ισχύος. Ο δημιουργός, εντοπίζοντας σφάλματα στον ομότεχνο, προβάλλει ανεπίγνωστα την ανωτερότητα του δικού του έργου. Αυτή η δυναμική καθιστά τη δημόσια τοποθέτηση όχι μόνο αντιδεοντολογική αλλά και ψυχολογικά φορτισμένη, καθώς κάθε αρνητική παρατήρηση φέρει μαζί της το βάρος της αυταπόδεικτης «σωστής» δημιουργίας που υπονοείται από τον κριτή.

Συχνά προβάλλεται το επιχείρημα ότι πάντοτε υπήρξαν συγκρούσεις και καυστικοί λόγοι στην ιστορία της λογοτεχνίας. Κι όμως, η επίκληση του παρελθόντος γίνεται ενίοτε μια βολική εξομάλυνση, μια αφήγηση που καλύπτει αντί να αποκαλύπτει. Η εποχή μας απαιτεί διάλογο, όχι καχυποψία· ανταλλαγή, όχι τη μετατόπιση της προσοχής από το κείμενο στις προθέσεις.

Στη σημερινή πραγματικότητα, όπου η ψηφιακή ταχύτητα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως επιταχυντές της δημόσιας έκθεσης, η σιωπή του συγγραφέα επαναπροσδιορίζεται. Μια αρνητική τοποθέτηση σε πλατφόρμες όπως το Facebook ή το Goodreads μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη βαρύτητα, επηρεάζοντας την πορεία ενός βιβλίου μέσα από την οπτική μιας καταχρηστικής αυθεντίας. Υπό αυτή τη συνθήκη, η επιλογή της σιωπής αποκτά ιδιαίτερη ηθική σημασία· δεν αποτελεί αδυναμία λόγου, αλλά μια βαθιά υπόκλιση στην ελευθερία του αναγνώστη.

Στο σύγχρονο πολιτισμικό τοπίο, η ηθική της αποστασιοποίησης έρχεται συχνά σε μετωπική σύγκρουση με τις επιταγές της εποχής, που απαιτούν από τον δημιουργό να λειτουργεί ως δημόσια «περσόνα» ή κοινωνικός ακτιβιστής. Ενώ η θεωρία για τον «θάνατο του συγγραφέα» προέκρινε την πλήρη αυτονόμηση του κειμένου, η σύγχρονη κουλτούρα της «ακύρωσης» («cancel culture») και η ψηφιακή υπερέκθεση τείνουν να πράξουν το αντίθετο, ταυτίζοντας απόλυτα το έργο με τις προσωπικές απόψεις του δημιουργού του και απαιτώντας από αυτόν να παίρνει θέση για κάθε κοινωνική ή πολιτική διένεξη. Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η σιωπή του συγγραφέα καθίσταται μια δυσκολότερη, σχεδόν επαναστατική επιλογή. Η άρνησή του να μετατραπεί σε εργαλείο μιας διαρκούς δημόσιας αντιπαράθεσης δεν αποτελεί φυγοπονία, αλλά μια προσπάθεια να διασωθεί η πολυφωνία της τέχνης απέναντι στη μονοδιάστατη απαίτηση για ιδεολογική ευθυγράμμιση

Η λογοτεχνία, τελικά, απαιτεί μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη δημιουργία και την αποστασιοποίηση. Η φωνή του δημιουργού είναι ορμητική και γεμάτη νόημα, όμως η σιωπή του, όταν είναι συνειδητή, αποδεικνύεται προστατευτική και δημιουργικά γόνιμη. Επιτρέπει στην αφήγηση να αναπνεύσει, να ζήσει και να επιβιώσει πέρα από το «εγώ», τις αμυντικές αναγκαιότητες ή τον φόβο της παρανόησης. Είναι η στιγμή που ο δημιουργός αποσύρεται οριστικά, αφήνοντας το έργο να συνομιλήσει με τον κόσμο χωρίς κηδεμόνες. Αυτή η γενναία υποχώρηση, αυτή η εμπιστοσύνη στη δύναμη του κειμένου να σταθεί μόνο του στο σκοτάδι, είναι ίσως η πιο γνήσια χειρονομία αγάπης προς την ίδια την τέχνη του.